Τι θα κατεβάσουμε απόψε;

(φωτογραφία plasticobilism)

“Πού θα πάμε αυτό το βράδυ, κι απ’το φέγγος της τι-βι προτιμούν του Άδη…”  Το ρητορικό ερώτημα της νυχτερινής εξόδου έθετε ο Σαββόπουλος στα “Τραπεζάκια Εξω” του ‘83,  υμνώντας τις μετατοπίσεις της γενιάς του – ή μήπως της τάξης του; – από την έντονη πολιτικοποίηση των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων στο περίφημο “ιδιωτικό όραμα”. Ως “γενιά του ιδιωτικού οράματος” αποκαλείται  σχηματικά η ποιητική γενιά του ‘80, σε μια προσπάθεια να κωδικοποιηθεί και στην τέχνη η στροφή από το κοινωνικό στο ατομικό, από το συλλογικό όραμα στην προσωπική αναζήτηση.

Μόνο που ακόμα και η γενιά των “αμέτοχων” όπως χαρακτηρίστηκαν δεν ήταν η γενιά του καναπέ αλλά της μπαρότσαρκας και της συναυλίας, του μεζεδοπωλείου και του συνοικιακού σινεμά.  Κι αν δεν ήθελε “το κόμμα να την τραβάει από το μανίκι”, ήθελε  τις παρέες που “γράφουν ιστορία”, οικοδομούσε την πολιτισμική της ταυτότητα αγοράζοντας δίσκους, βιβλία, περιοδικά, συντηρώντας δεκάδες μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία, δισκάδικα,  εκδοτικούς οίκους, μουσικές σκηνές… Η “ιδιώτευση” των 80’s και 90’s απαιτούσε να βγεις από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σου, να πας μια βόλτα ως το περίπτερο, το βιβλιοπωλείο, να παρακολουθήσεις μαζί με άλλους την ίδια προβολή, παράσταση, εκδήλωση, αλλά κυρίως να βάλεις το χέρι στην τσέπη για όλα αυτά. Αυτό δεν ήταν ακατόρθωτο,  καθώς ο μισθός ακόμα και μικρός ή το χαρτζιλίκι των γονιών, συνήθως αρκούσε για κάτι παραπάνω από την επιβίωση, έφτανε για ένα εισητήριο σινεμά μια φορά την εβδομάδα, ένα μουσικό περιοδικό, μια έξοδο σε ταβέρνα.

Σήμερα ακόμα και αυτοί που σχολιάζουν ειρωνικά “για ποια κρίση μιλάμε, αφού τα καφέ και τα μπαρ είναι γεμάτα”,  δεν μπορούν να μην παραδεχτούν ότι ένας γεμάτος δρόμος με καφέ και μικρομάγαζα “στριτ-φουντ”  αντιστοιχεί σε δεκάδες λουκέτα σε γειτονιές που ρημάζουν,  άδεια καθίσματα σε ιστορικά σινεμά, παραδοσιακά βιβλιοπωλεία που κυνηγάνε τους πελάτες με το ντουφέκι, θρυλικά δισκάδικα που βαράνε μύγες… Η μαγική εικόνα κρύβει ότι για να βγει “το παιδί” να πιει καφέ  σερφάροντας στο σμαρτ-φον – αφού οι παρέες  λιγότερο μιλάνε μεταξύ τους και περισσότερο χαζεύουν τα κινητά τους –  γονείς, συνταξιουχοι παππούδες, μικρά αδέλφια, ξεροσταλιάζουν στον καναπέ ή στην οθόνη του p.c., έχοντας ως αποκλειστική διασκέδαση την τηλεόραση και το ίντερνετ.

Το απολιτίκ αλλά εξωστρεφές ερώτημα “πού θα πάμε αυτό το βράδυ” έχει αντικατασταθεί από το εσωστρεφές ερώτημα “τι θα κατεβάσουμε αυτό το βράδυ;”.

Το “κατέβασμα”  (downloading)  ταινιών και κυρίως τηλεοπτικών σειρών από το διαδίκτυο, με τρόπους που θεωρούνται παράνομοι αλλά είναι ευρύτατα διαδεδομένοι έχει σχεδόν αντικαταστήσει την έξοδο στο σινεμά, για να μη μιλήσουμε για την ολική έκλειψη των βιντεο-κλαμπ. Η επί πληρωμή παρακολούθηση ταινιών on line μοιάζει να είναι το επόμενο επικρατέστερο βήμα. Ωστόσο οι “παράνομοι” τρόποι παρακολούθησης και διανομής ψηφιακου υλικού παραμένουν δημοφιλέστεροι, αφού είναι δωρεάν προσβάσιμοι. Το “παράνομο” downloading διώκεται μεν ποινικά  – πιθανότατα στο μέλλον η καταδίωξή του να σκληρύνει – στην πράξη όμως δρα συμβιωτικά συμβιωτικά με τους “νόμιμους” τρόπους κατανάλωσης πολιτιστικών προϊόντων. Με τον ίδιο τρόπο που παλαιότερα η αντιγραφή ταινιών, μουσικών cd και βιντεο-παιχνιδιών, συνυπήρχαν με τα βίντεοκλαμπ, τα δισκάδικα, τις “αγοραστές” ταινίες και παιχνίδια.

Στο φεστιβάλ των “Αναιρέσεων” στην πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα νέα μέσα με θέμα “ΜΜΕ – βγαίνουν και σε αντιστυστημικά;”, ο καθηγητής του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Πλειός μίλησε για μία αντιδραστική πτυχή της χρήσης του διαδικτύου, που συχνά υποτιμάμε. Το γεγονός ότι παλιότερα η επαφή με την τέχνη, η η ψυχαγωγία, η κοινωνικοποίηση απαιτούσε όχι μονο την έξοδο από το σπίτι αλλά να ξοδέψεις μέρος του μισθού σου για ταινίες, βιβλία, μουσική, οδηγούσε και σε διεκδικήσεις από τους εργαζομενους,  όχι απλώς για να επιβιώνουν αλλά για να ζουν.

Για μόρφωση, πολιτισμό, αναψυχή, ταξίδια.  Το μη δικαιωμένο αίτημα για “ψωμί-παιδεία-ελευθερία” τείνει να συμπιεστεί σε εικονικές μπουκίτσες ψηφιακής τροφής, παιδείας του “γκουκλαρίσματος”, ελευθερίας να “σερφάρεις απεριόριστα. Να ξεφορτώνεις βρίζοντας την κυβέρνηση στο facebook και το twitter, αλλά να βαριέσει να κατέβεις σε μια διαδήλωση γιατί “τι νόημα έχει πια”. Μπορεί σε μια εβδομάδα να βλέπεις και τις τρεις σεζόν του Picky Blinders, αλλα να έχεις να πατήσεις σε θεατρο ή σινεμά δύο χρόνια ή να αναβάλλεις για μήνες εκείνη την έξοδο με τους παλιούς σου φίλους, γιατί “δε βγαίνεις” κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μέχρι να κλείσουν τον τελευταίο ιστότοπο που έβλεπες online ταινίες ή κατέβαζες σειρές, μέχρι να σου κόψουν και το ίντερνετ επειδή δεν έχεις να πληρώσεις ή ακόμα χειρότερα να σου κόψουν το ρεύμα της ιδιωτικοποιημένης πλέον ΔΕΗ. Ισως τότε αντί να δικαιωθεί το παλιό σύνθημα “ο πολιτισμός σας σταματάει όταν κόβεται το ρεύμα”, να ανθήσει ένας διαφορετικός πολιτισμός, που δε θα είναι μόνο “εικόνα στις ειδήσεις”,  τιτίβισμα στο twitter, ποστάρισμα σε ψηφιακό τοίχο.

Αφροδίτη Τζιαντζή