Από το εμείς στο #Μetoo: Γκρεμίζοντας την πατριαρχία ένα hashtag τη φορά;

 

«Πώς ξεκίνησε και τι σηματοδοτεί το #metoo; Πρόκειται για τη δυναμική επανεμφάνιση ενός φεμινιστικού λόγου και μιας φεμινιστικής κινηματικής πρακτικής ή για κάποια ελιτίστικη δικαιωματική φαντασμαγορία νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας; Πώς διαπλέκεται η σεξουαλική παρενόχληση με τις πολιτικές ταυτότητας και τον δυτικό, λευκό φεμινισμό; Γιατί ο νεοφιλελευθερισμός είναι τόσο ευαίσθητος με τη σεξουαλική παρενόχληση και την έμφυλη ανισότητα; Πώς σχετίζεται η έννοια της πολιτικής ορθότητας με την εξάπλωση του #metoo; Βρισκόμαστε άραγε μπροστά στην ανάδυση ενός νέου πουριτανισμού, ενός κυνηγιού μαγισσών και μιας επιχείρησης καταστολής της σεξουαλικότητας και της ελευθερίας έκφρασης; Τι σχέση έχει η σεξουαλική απελευθέρωση με το δικαίωμα στην «ενόχληση»; Τελικά, έχει νόημα να συζητάμε για τη σεξουαλική παρενόχληση σήμερα ή μήπως την εποχή του μνημονίου έχουμε σημαντικότερες δουλειές να ασχοληθούμε;.»

Αυτά είναι ορισμένα από τα –όχι και τόσο εύκολα– ερωτήματα που συζητήθηκαν στην πολιτική– πολιτιστική Λέσχη Εκτός Γραμμής το Σάββατο 3 Μάρτη.  Παρουσιάζουμε την ομιλία της δημοσιογράφου Αφροδίτης Τζιαντζή.

 

«Πώς ξεκίνησε και τι σηματοδοτεί το me too;»

Χρονολογικά το hashtag #metoo – γιατί ξεκίνησε ως hashtag, δηλαδή ως αυτό το σημαδάκι που έχουμε όλοι στα πληκτρολόγια του υπολογιστή μας και στα κινητά μας τηλέφωνα– εντοπίζεται μαζικά τον Οκτώβρη του 2017. Δηλαδή αφού είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο με τον μεγιστάνα παραγωγό του Χόλιγουντ Χάρβεϊ Γουάινστάιν, που αποκαλύφθηκε ως μέγας «παρενοχλητής» – και όχι μόνο, αλλά και «κακοποιητής» γυναικών. Δεκάδες ηθοποιοί –από διάσημες σταρ του χόλιγουντ, μέχρι λιγότερο διάσημες– τον καταγγέλλουν επωνύμως ότι τους ασκούσε ψυχολογική και σεξουαλική βία, εκμεταλλευόμενος τα προνόμια της θέσης του. Για να πάρετε μια ιδέα πόση εξουσία είχε, αρκεί να πούμε ότι συνολικά οι ταινίες που έχει χρηματοδοτήσει/ανεβάσει ο Γουάινστάιν ως παραγωγός, έχουν κερδίσει 81 Όσκαρ μέσα σε περίπου τρεις  δεκαετίες – από το «Αριστερό μου Πόδι»  και το «La vita E Bella» με τον Μπενίνι, το «Φρίντα» για τη ζωή της Φρίντα Κάλο, το «Pulp Fiction»  και όλες τις ταινίες του Ταραντίνο και δε συμμαζεύεται.

Η πρώτη «επώνυμη» γυναίκα που έκανε μόδα (viral) το #me too στο twitter ήταν η ιταλικής καταγωγής 45άχρονη σήμερα ηθοποιός Αλίσα Μιλάνο, υποστηρίκτρια του «σοσιαλιστή» υποψήφιου προέδρου των Δημοκρατικών Μπέρνι Σάντερς και αργότερα της Χίλαρι Κλίντον. Η γνωστή κυρίως από την τηλεοπτική σειρά «Μάγισσες/Charmed»  ηθοποιός και ακτιβίστρια ενθάρρυνε τις γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική βία/παρενόχληση κυρίως στον εργασιακό χώρο να μοιραστούν τις εμπειρίες τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το hashtag #metoo, με σκοπό να ενδυναμωθεί η φωνή τους και «να συνειδητοποιήσει ο κόσμος το μέγεθος του προβλήματος». Σε μεγάλο βαθμό το  # metooέγινε «μόδα»  επειδή είχε και όμορφες, πλούσιες και διάσημες και βραβευμένες με Όσκαρ και άλλα βραβεία γυναίκες να του δίνουν φων’η: η Ούμα Θέρμαν, η Γκουίνεθ Πάλτροου, η Τζένιφερ Λόρενς, η Σάλμα Χάγιεκ (με άρθρο στους Νew York Times), η Αντζελίνα Τζολί και δεκάδες άλλες.

Μέχρι σήμερα το hashtag me too έχει χρησιμποιηθεί εκατομμύρια φορές στα κοινωνικά δίκτυα Facebook και twitter (είχε μισό εκατομμύριο «τιτιβίσματα» και πάνω από 12 εκατομμύρια ποστ στο Facebook τις πρώτες 24 ώρες), ενώ οι επιπτώσεις του είναι ορατές και σε αυτό που λέμε «πραγματική ζωή». Όχι μόνο έχει συμβάλει στην αύξηση της ορατότητας του φαινομένου, να παίρνουμε δηλαδή τις καταγγελίες των γυναικών στα σοβαρά και να μην ενοχοποιούμε το θύμα, αλλά ασκεί σοβαρές πιέσεις σε θεσμικό επίπεδο.  Από την ψήφιση νόμων π.χ. στις ΗΠΑ που θα κάνουν πιο εύκολες τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση χωρίς τα θύματα να έχουν το φόβο των «αντιποίνων», μέχρι προγράμματα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σε χώρους εκπαίδευσης και εργασιακούς χώρους, ενώ είχε και απτές επιπτώσεις στους καταγγελλόμενους – από πολιτικούς και ακαδημαϊκούς, όχι μόνο στις ΗΠΑ.

Λιγότεροι βέβαια ξέρουν ότι οι δυο αυτές λεξούλες «εγώ επίσης” είχαν χρησιμοποιηθεί για τον ίδιο ακριβώς σκοπό πριν από 11 χρόνια, το 2006, από μια αφροαμερικάνα ακτιβίστρια την Ταράνα Μπερκ. Εκείνη βέβαια, θέλοντας να δώσει φωνή στα θύματα κακοποίησης, δεν απευθυνόταν σε λευκές και προνομιούχες, αλλά κυρίως στις έγχρωμες γυναίκες, αφροαμερικάνες, λατίνες κ.λπ., άσημες και φτωχές. Η ίδια φέτος ανταμείφθηκε, παρά τα 10 χρόνια αφάνειας, και έγινε μία από τις «Γυναίκες της χρονιάς» του περιοδικού Time, που ανακήρυξε πρόσωπα του 2017  «εκείνες που έσπασαν τη σιωπή».

Το κίνημα (εντός ή εκτός εισαγωγικών) Μe Too έχει μετεξελιχθεί και από τις αρχές του 2018 έχει πάρει και νομική μορφή μέσα από ένα, ας πούμε μη κερδοσκοπικό ίδρυμα, το Time Is Up – «ο χρόνος σας τελείωσε». Το ίδρυμα αυτό ξεκίνησε επίσης στο Χόλιγουντ ως απάντηση στην έκκληση 700.000 εργατριών γης, κυρίως λατίνων και ισπανόφωνων, να δοθεί φωνή και ενίσχυση και σε όσες υφίστανται βία εκτός των χολιγουντιανών πλατό – εργάτριες γης, οικιακές βοηθούς, βιομηχανικές εργάτριες, κλωστοϋφαντουργίνες, γκαρσόνες, καθαρίστριες, μετανάστριες δεύτερης γενιάς ή χωρίς χαρτιά κ.λπ. Το σύνθημα των εργατριών ήταν «να πάρουμε πίσω/να ξανακερδίσουμε το χώρο εργασίας». Πλαισιώθηκε από τα «ιερά τέρατα» του Χόλιγουντ όπως η Μέριλ Στριπ, σύσσωμη η οικογένεια Σπίλμπεργκ κ.ά. Μεταξύ άλλων, μαζεύει χρήματα από  από δωρεές επωνύμων και πλουσίων, για νομική βοήθεια σε γυναίκες που καταγγέλλουν κακοποιήση στο χώρο εργασίας. Έχει συγκεντρώσει σήμερα πάνω από 20 εκατομμύρια δολάρια και έχει πάνω από 200 εθελοντές δικηγόρους, ενώ η πιο διάσημη δημόσια εμφάνισή του ήταν στις φετινές Χρυσές Σφαίρες και στα βραβεία Γκράμι.

Η τελευταία εξέλιξη του Τime is Up είναι η έκληση για συμμετοχή στην καμπάνια για την «Δίκαιη Τροφή» (Fair Food Program), πάλι με τη μορφή γράμματος από μια οργάνωση εργατριών γης και ανθρώπινων δικαιωμάτων στη Φλόριντα. H επιστολή στάλθηκε πριν λίγες μέρες από την Συνομοσπονδία Εργατριών του Imokallee, της περιοχής με τη μεγαλύτερη παραγωγή ντομάτας στις ΗΠΑ.

Με το γράμμα τους στις λευκές, πλούσιες και διάσημες αδελφές τους οι λατίνες / ινδιάνες αγροτισσες του Νότου ζητάνε ενίσχυση, σε ένα κείμενο που συμπυκνώνει μέσα του τις αντιφάσεις αυτού του κινήματος. Αν κάποιος θέλει να γίνει κακός, μπορεί να πει ότι του θυμίζει λίγο τη καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά, ένα αντίστροφο πατρονάρισμα, δηλ. τις δούλες να ζητάνε βοήθεια από τις καλές γκρίνγκας, ωστόσο συμπυκνώνει και χρόνια παραδόσεων του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ.

Ξεκινάει κάπως έτσι:

Γράμμα από τις εργάτριες γης  του Ιμοκάλι: 

«Αδελφές μας, χρειαζόμαστε τις φωνές σας, χρειαζόμαστε την πλατφόρμα σας, χρειαζόμαστε τη δύναμή σας, χρειαζόμαστε να σταθείτε στο πλευρό μας, να βαδίσουμε πλάι πλάι και να αναλάβουμε δράση για να τερματίσουμε την σεξουαλική βία στα χωράφια.

Σας γράφουμε από τους οπωρώνες και τις φυτείες του Νότου. Εκεί που ζουν οι πιο χαμηλά αμειβόμενες, με τα λιγότερα εργατικά δικαιώματα από όλους, εκείνες που με τη δουλειά τους δρέπουν τους καρπούς που θρέφουν κάθε μέρα τις οικογένειές μας. Έχουμε υποστεί όχι μόνο σεξουαλική εκμετάλλευση και βιασμούς, αλλά και καταναγκαστική εργασία, σε επικίνδυνες και ταπεινωτικές συνθήκες. Όπως  οι αδελφές μας από τις “Campesinas της Καλιφόρνιας”, έχουμε “υπομείνει σιωπηλά δεκαετίες καταπίσης, για να μπορέσουμε να ταϊσουμε τα παιδιά μας”…»

 

Οι εργάτριες του Νότου ζητάνε τη συμμετοχή του κινήματος Time is Up σε μια μεγάλη πενταήμερη συγκέντρωση έξω από τα κεντρικά γραφεία του Ηedge Fund του Νέλσον Πελτζ στο Μανχάταν, ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στις ΗΠΑ,  βασικού μετόχου της πολυεθνικής αλυσίδας φαστ-φουντ Wendy’s, και χρηματοδότη του Μπους.

Τα Wendy’s, μας λένε οι εργάτριες, είναι η μόνη μεγάλη αλυσίδα εστιατορίων και ειδών διατροφής που αρνείται να συμμετάσχει στο πρόγραμμα “Δίκαιης τροφής”. Πρόκειται για ένα συμβόλαιο μεταξύ εταιριών ειδών διατροφής (σούπερ μάρκετ, φαστ φουντ κ.λπ.) και παραγωγών, κυρίως μεγάλες αγροτικές  εταιρείες. Οι αλυσίδες καταστημάτων δεσμεύονται να προμηθεύονται πρώτες ύλες από παραγωγούς που τηρούν κάποια μίνιμουμ ημερομισθίων και δίκαιης μεταχειρίσης των εργαζομένων. Tα Wendy’s, για να προμηθεύονται φθηνότερα προϊόντα, έχουν μεταφέρει την καλλιέργεια ντομάτας στο Μεξικό, σε φυτείες που οι γυναίκες κυρίως εργάτριες υφίστανται ακραίες μοφές εκμετάλλευσης και σεξουαλικής βίας – από βιασμό μέχρι θάνατο. Φανταστείτε καταστάσεις όπως στη Μανωλάδα στη νιοστή, με θύματα γυναίκες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Ιμοκάλι το 40% του πληθυσμου ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας και πάνω από το 90% είναι μη λευκοί (ισπανόφωνοι, αφροαμερικανοί, εσωτερικοί και εξωτερικοί μετανάστες.  Η πορεία θα κορυφωθεί με μια μεγάλη πορεία γυναικών στην καρδιά του Μανχάταν στις 15 Μαρτίου.

Μια κριτική που θα μπορούσε κανείς εύκολα να κάνει, για το Time is Up, είναι ότι πρόκειται για ένα κίνημα «από πάνω προς τα κάτω»,  έντονα διαμεσολαβημένο. Οι άσημες, φτωχές, έγχρωμες, ζητάνε να μιλήσουν γι’ αυτές, ή να γίνουν ενισχυτής-αντηχείο για να ακουστεί η φωνή τους,  οι διάσημες, πλούσιες, λευκές. Αν θέλαμε να μιλήσουμε με όρους μετα-αποικιοκρατικούς, τίθεται ξανά το γνωστό ερώτημα «μπορούν να μιλήσουν οι υποτελείς;» (το είχε θέσει η ακαδημαϊκός Γκαγιάτρι Σπίβακ στην ομώνυμη μελέτη της), με την απάντηση να είναι αρκετά μπερδεμένη. Μιλάνε αλλά τις ακούμε μόνο όταν… τις παίζουν τα κανάλια λέγαμε κάποτε. Τις ακούμε μόνο όταν μιλάνε γι’ αυτές οι κυρίες που χρηματοδοτεί το Χόλιγουντ ή τις παίζει το Facebook. λέμε σήμερα.

Yπάρχουν πολλές πλευρές ακόμα του κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο και είναι λάθος να το περιορίσουμε ως ένα καθαρά αγγλοσαξωνικό, δυτικό ρεύμα. Δεν αναφέρθηκα καθόλου στην Ευρώπη, και το περιβόητο γράμμα της Κατριν Ντενέβ και 100  γαλλίδων διανοουμένων, που είπε ότι το κίνημα «balance ton porc» (το γαλλικό αντίστοιχο του Μe too,που είναι κάτι σαν “βάλε στη θέση του το γουρούνι σου) είναι ούτε λίγο ούτε πολύ μακαρθισμός και κυνήγι μαγισσών. Προσωπικά διαφωνώ. Είναι μια κριτική που έχει ψήγματα αλήθειας, αλλά και εδώ έχει σημασία ποιος μιλάει. Το δικαίωμα του αρσενικού στην «ενόχληση/ παρενόχληση» το υπερασπίζονται επίσης λευκές, προνομιούχες, βάζοντας ως επιχείρημα ότι «μια γυναίκα μπορεί να είναι μάνατζερ, να διοικεί αρσενικά στο γραφείο, αλλά να υποτάσσεται στον κύριό της, στον εραστή της στο κρεβάτι». Είναι το κλασικό «η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και» ή “κυρία στο τραπέζι – γατούλα στην κρεβατοκάμαρα».

Φαίνεται ότι το «ούτε δούλα ούτε κυρά» παραείναι μπανάλ και μη ερωτικό γι’ αυτό το είδος μεσοαστικού μετα-φεμινισμού.

Για τα υπόλοιπα ερωτήματα θα περιοριστώ σε κάποιες  σκέψεις:

Ναι, το me too είναι παρα-προϊόν των «πολιτικών ταυτότητας» / identity politics. Συχνά με αυτή την ταμπέλα περιγράφουμε ρεύματα κοινωνικής διεκδίκησης διαφορετικών ομάδων καταπισμένων, που ήδη από τη δεκαετία του ‘60 διεκδίκησαν χώρο στα κινήματα, και ενίοτε έτειναν να υποσκελίσουν την έννοια της ταξικής εκμετάλλευσης ως κυρίαρχης / βασικής αντίθεσης. Οι πολιτικές ταυτότητας θέλησαν να ρίξουν φως σε αυτά που κάποιες ορθόδοξες μαρξιστικές αναγνώσεις ονομάζουν «δευτερεύουσες αντιθέσεις» ή εποικοδόμημα. Τα κινήματα των μαύρων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, ή το περιβαλλοντικό κίνημα αν το πάρουμε ξεκομμένο, τα κινήματα για τα δικαιώματα των μεταναστών, των προσφύγων, των  μειονοτήτων που καταπιέζονται και διεκδικούν ορατότητα και ισότιμα δικαιώματα ως τέτοιες (χωρίς όμως να θέλουν να γίνουν «η κυρίαρχη τάξη» ή τάξη για τον εαυτό της), τείνουν να αντικαταστήσουν στο δημόσιο λόγο έννοιες όπως ο «λαός” ή η «εργατική τάξη» ή αυτό που λένε άλλοι γενικώς «οι υποτελείς τάξεις».

Τα θετικά και τα αρνητικά των πολιτικών ταυτότητας είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Δεν πρέπει να τα παίρνουμε μονοσήμαντα. Σίγουρα είναι γεννήματα κινημάτων που προηγήθηκαν (π.χ. Μάης ’68, Νέα Αριστερά, αντι-αποικιοκρατικά κινήματα κ.λπ.), αλλά και επακόλουθα της ήττας των αριστερών ρευμάτων του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, της κατάρρευσης του υπαρκτού, της υποχώρησης του εργατικού κινήματος κ.λπ.

Δεύτερον, τι φεμινισμός είναι αυτός; Νομίζω δεν μπορούμε να τον δούμε ξεκομμένο από τις κάθε είδους αντιδράσεις ενάντια στο σκοταδιστικό νεοφιλελευθερισμό που σηματοδοτούν η εκλογή του Τραμπ, η άνοδος της ακροδεξιάς, του εθνικισμού και του ρατσισμού παγκοσμίως, η όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, όλα αυτά που κάνουν τα τύμπανα του πολέμου να ακούγονται πιο δυνατά. Ιστορικά οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα κατεξοχήν θύματα του πολέμου, όχι μόνο ως άμαχοι που βομβαρδίζονται, βιάζονται, ξεριζώνονται, πεθαίνουν από λιμούς και επιδημίες, αλλά και γιατί οι παγκόσμιοι πόλεμοι συνδυάστηκαν με μια χειροτέρευση της θέσης της γυναίκας. Η γυναίκα γίνεται ξανά η αναπαραγωγική μηχανή του κρέατος για τα κανόνια, το διεκδικούμενο σώμα που παραβιάζεται με κάθε τρόπο. Επιστρέφει δηλαδή με τον έλεγχο του γυναικείου σώματος το ρητό  Kinder, Küche, Kirche – Παιδιά, Κουζίνα, Εκκλησία, του Κάιζερ Γουλιέλμου της Πρωσίας. Ρητό που υιοθέτησε και το 3ο Ράιχ του Χίτλερ, δίνοντας χρηματικά επιδόματα για κάθε (άριο) παιδί που γεννούσε μια γυναίκα, και προπαγανδίζοντας ότι η θέση της γυναίκας, είναι «στο σπίτι», πλάι στον άνδρα, τα παιδιά και την πατρίδα της. Σήμερα ο πολεμοκάπηλος καπιταλισμός θέλει τη γυναίκα και στο σπίτι και στη δουλειά ή στην ανεργία, υποταγμένη, με λιγότερα δικαιώματα, είτε να γεννάει για το έθνος (απαγορεύοντας τις αμβλώσεις σε μια σειρά από χώρες) είτε να δουλεύει, πάλι για το έθνος και το χρέος.

Οι  μαζικές πορείες των γυναικών είναι και μια αντίδραση σε όσα έρχονται και όσα ήδη βιώνουμε. Σ’ αυτά τα κινήματα γίνεται μια μάχη για την ηγεμονία. Προς το παρόν, την ηγεμονία την έχει η λευκή αστική τάξη, αυτό που στις ΗΠΑ εκφράζεται μέσα από πτέρυγες των Δημοκρατικών, ένα κράμα νερωμένης  σοσιαλδημοκρατίας, καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και ΜΚΟ-ποιημένου «δικαιωματισμού». Όμως και στην πορεία των γυναικών στην Ουάσιγκτον, μπορεί τη χρηματοδότηση να την είχαν ιδρύματα που από πίσω είναι πιθανόν η Χίλαρι Κλίντον, όμως συμμετείχαν και διεκδικούσαν λόγο πιο ριζοσπαστικά κομμάτια, όπως η Άντζελα Ντέιβις, οι παλαιστίνιες γυναίκες, το fight for 15, black lives matter κ.λπ…

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, που ακόμα δεν έχουμε τέτοια κινήματα, θα λέγαμε ότι την αντίδραση, που απειλεί και τις γυναίκες, την εκπροσωπεί το ρεύμα που είδαμε να εμφανίζεται «νέοι μακεδονομάχοι» – εθνικισμός, σκοταδιστική θρησκοληψία, πολεμοκαπηλεία, επιστροφή στο «πατρίδα θρησκεία οικογένεια», γεννάτε γιατί χανόμαστε κ.λπ., βία κατά και των γυναικών και των πιο αδύναμων– δεν είναι τυχαίο ότι οι φασίστες σε γυναίκες επιτέθηκαν στη Φαβέλα.

Το αντίπαλο δέος δεν είναι ο κοσμοπολιτισμός στην αγκαλιά του ΝΑΤΟ, και αυτό στον πόλεμο οδηγεί. ‘Ετσι και αντίπαλο δέος δεν είναι ένας αποστειρωμένος φεμινισμός της πολιτικής ορθότητας, των από πάνω, που ο ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά χορεύουν υπό τη στοργική φτερούγα διαφόρων ιδρυμάτων. Ενας φεμινισμός «Ποταμίσιος», νεοφιλελεύθερος και φιλο-Ε.Ε., που για παράδειγμα θα ετοιμάζεται να ψηφίσει νόμους κατά της παρενόχλησης στο δρόμο στη Γαλλία, την ίδια στιγμή που κρίνει νόμιμες τις απολύσεις εγκύων.

 

Απάντηση