Oι απαγορευμένες πορείες κάποτε γράφουν ιστορία

Μια άλλη απαγορευμένη πορεία

Ακόμα και οι απαγορευμένες πορείες κάποτε γράφουν ιστορία. Όπως συνέβη με την πρώτη Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης στις 21 Απριλίου 1963, την οργανωμένη από τον νεοσύστατο Σύνδεσμο για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό Μπέρτραντ Ράσελ, όταν ο υφυπουργός Εσωτερικών Δ. Δαβάκης είχε ανακοινώσει ότι «η κυβέρνησις δεν θα επιτρέψει την μελετώμενην “πορείαν ειρήνης” διότι οργανούται από τους εγχωρίους κομμουνιστάς».

Με μπλόκα, ξυλοδαρμούς και ένα όργιο συλλήψεων η Αστυνομία προσπάθησε να εμποδίσει τους χιλιάδες ανθρώπους που από κάθε γειτονιά της Αθήνας επιχείρησαν να φτάσουν στην αφετηρία της πορείας. Συνέλαβε 2.000 άτομα, κυρίως νέους, που τους στοίβαξε ακόμα και σε σχολεία, καθώς τα κρατητήρια στα αστυνομικά τμήματα δεν τους χωρούσαν.

Εκείνη η απαγορευμένη πορεία συνδέθηκε με τον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη που, μετακινούμενος περίπου όπως το Παδί Φάντασμα στα χρόνια της Κατοχής, κατάφερε να φτάσει στον Τύμβο του Μαραθώνα, να μιλήσει στους δημοσιογράφους –και στους αστυνομικούς– και να ξεκινήσει την πορεία μόνος του κρατώντας ένα πανό που ως τότε είχε διπλωμένο και κρυμμένο στο σακάκι του. Με τη λέξη ΕΛΛΑΣ και το σήμα της ειρήνης στα δύο άκρα της.

Ούτε ανατομικά αθλητικά παπούτσια, ούτε γυαλιά ηλίου, ούτε καπελάκι του μπέιζμπολ, ούτε casual ντύσιμο. Κουστούμι, γραβάτα και δερμάτινα παπούτσια, αυτός ήταν ο ενδυματολογικός κώδικας της εποχής.

Ενώ ο Λαμπράκης περπατούσε, απ’ τα χωράφια ξεπρόβαλαν ένας-ένας κάποιοι τολμητίες ή τυχεροί που είχαν καταφέρει να σπάσουν τον αστυνομικό κλοιό. Ένας 16χρονος έφηβος και ένας κρεοπώλης ήταν οι δύο πρώτοι και ακολούθησε ένας ηλεκτρολόγος. Ο Ανδρέας, ο Μπάμπης, ο Παντελής, όπως διαβάζουμε στο ιδιαίτερα κατατοπιστικό (και άλλο τόσο συγκινητικό) κείμενο του Μανώλη Νταλούκα. 

Ματαιωμένη, ημιτελής και διόλου μαζική εκείνη η πρώτη πορεία. Όμως ένδοξη και με βαριά ιστορική σημασία. Και όλοι πια ξέρουμε πώς πλήρωσε ο Λαμπράκης τη συμμετοχή του.

Ο Παντελής ασπάζεται τον Γρηγόρη. Ένα φιλί που έμεινε κι αυτό στην Ιστορία.

Τότε, πριν 57 χρόνια, ο επισήμως επικαλούμενος κίνδυνος ήταν ο «εγχώριος κομμουνισμός». Σήμερα ο υπαρκτός κίνδυνος είναι η πανδημία, ακόμα και αν η πορεία μπορεί να πραγματοποιηθεί με την πιο σχολαστική τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας.

Τότε η κυβέρνηση Καραμανλή χρησιμοποίησε κάθε μέσο για την παρεμπόδιση της πορείας. Το ίδιο έκανε σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Τότε ήταν οι κλούβες, τα καμιόνια, τα τζιπ. Σήμερα στο οπλοστάσιο έχουν προστεθεί η ανατριχιαστική απαγόρευση των συναθροίσεων άνω των τριών ατόμων, τα drones, τα ελικόπτερα, τα οχήματα εκτόξευσης νερού, τα δακρυγόνα, τα χημικά. Και αν ο φράχτης του Έβρου είχε ροδάκια, ο Χρυσοχοϊδης δεν θα δίσταζε να τον τεμαχίσει και να τον τσουλήσει μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα.

Τότε εκατοντάδες μπαλόνια με το σήμα της ειρήνης είχαν εκτοξευθεί στον συννεφιασμένο αττικό ουρανό. Αλαφιασμένοι έτρεχαν οι αστυνομικοί να πιάσουν τα μπαλόνια και να τα σκάσουν. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν αμολυθεί και πάμπολλοι χαρταετοί με το ίδιο σήμα ζωγραφισμένο στο χαρτί. Για φέτος δεν προβλέπονται ανάλογοι συμβολισμοί.

Υπαρκτός ο κίνδυνος της μετάδοσης του ιού, αλλά αντιμετωπίσιμος σε εξωτερικούς χώρους. Όμως η κυβέρνηση, διά στόματος πρώτα του πρωθυπουργού και ύστερα του αρμόδιου υπουργού, δεν δέχτηκε καμία συζήτηση, καμία συμφωνία με κόμματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις ως προς τα μέτρα προστασίας αυτών που θα συμμετείχαν στην πορεία. Και αργά τη νύχτα του Σαββάτου, η πολεμική ανακοίνωση του αρχηγού της αστυνομίας. Το δόγμα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» σε όλο του το μεγαλείο.

Ο κίνδυνος για την κυβέρνηση και τα στηρίγματά της δεν είναι μόνο ο Covid-19, είναι το ίδιο το Πολυτεχνείο, ακριβέστερα ο δράκος της ανάμνησης του Πολυτεχνείου. Μιας ανάμνησης που δεν έχει ακόμα παγώσει, δεν έχει νεκρωθεί. Και ο Χρυσοχοϊδης, ζηλεύοντας το κλέος του Άη Γιώργη, φιλοδοξεί να γίνει ο φονεύς του δράκου. Μόνο που αυτός ο δράκος είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει ή μάλλον πολύ άπιαστος. Δεν έχει κεφάλι, δεν έχει διακριτό και μοναδικό ιδιοκτήτη ή κληρονόμο. Δεν έχει καν επίσημο τόπο κατοικίας για να διαταχθεί η σύλληψή του και η διασπορά του (γεωγραφική και ηλικιακή) είναι ανεξέλεγκτη.

Ο Χρυσοχοϊδης θα ηττηθεί, όσο περίτεχνο και βίαιο και αν αποδειχτεί το σχέδιό του και η εφαρμογή του. Δεν θα γίνει ο φονεύς του Πολυτεχνείου (για την ακρίβεια, ο φονεύς του εορτασμού της επετείου του) κι ας εισπράξει τα συγχαρητήρια όλων εκείνων που εδώ και χρόνια ονειρεύονται τον οριστικό ενταφιασμό του εορτασμού του. Το Πολυτεχνείο έχει ριζώσει στο μυαλό, στην καρδιά, στα σπλάχνα όχι μόνο εκείνων που συμμετείχαν στην εξέγερση, αλλά και πολλών από εκείνους που ήταν αγέννητοι τότε.

Κι αν αυτές τις μέρες σηκώσει κανείς το βλέμμα του στον ουρανό, ίσως δει να υψώνονται χιλιάδες χαρταετοί και μπαλόνια που θα γράφουν «Το Πολυτεχνείο ζει». Ίσως δει και τη ματωμένη σημαία της εξέγερσης να ανεμίζει εκεί όπου δεν φτάνουν Μπογδάνοι και αστυνομικοί. Και κλείνοντας τα μάτια, ίσως δει τον Γρηγόρη Λαμπράκη, με το κουστουμάκι, τη γραβάτα και το πανό του, απτόητο και αγέρωχο, να διασχίζει μια άδεια λεωφόρο Μαραθώνα, μια άδεια Πατησίων και να κατευθύνεται σε απαγορευμένους προορισμούς.

Τα παραπάνω δεν συμβαίνουν μόνο στις ταινίες του Κουστουρίτσα.

Το πιο πάνω κείμενο, εκτός από μια μικρή προσθήκη, αναρτήθηκε στην Εφσυν, στις 15.10.2020.

 

Απάντηση