Η Ζωή Λάσκαρη, ο Τσιφόρος και ο Σαίξπηρ

Η Ζωή Λάσκαρη, ο Τσιφόρος και ο Σαίξπηρ

Το μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Μια κυρία στα μπουζούκια προβλήθηκε το 1968 και σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία. Ανάμεσα στους θεατές του δεν συγκαταλέγονται οι εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι της χούντας, οι οποίοι όμως θα είχαν την ευκαιρία να δουν την ταινία στην τηλεόραση λίγα χρόνια αργότερα, τουλάχιστον όσοι επέζησαν. Εδώ η Ζωή Λάσκαρη υποδύεται την εικοσάχρονη Αννούλα που τη μεγαλώνουν τα τρία αδέλφια της, τρεις λιμενεργάτες που την προσέχουν σαν κέρβεροι. Λάμπει από νιάτα και ομορφιά η Αννούλα που ετοιμάζεται να πάρει μέρος στα καλλιστεία. Ο Χρόνης Εξαρχάκος (Βανζέλ Παπαδό στην ταινία) αναλαμβάνει το λουστράρισμα, τον εξευγενισμό του λαϊκού κοριτσιού, ώστε να μπορέσει να απαντήσει με επάρκεια στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Έτσι, η Άννα των καλλιστείων θα πρέπει να δηλώσει είναι λάτρης της ιππασίας και του τένις («ιππασία, τι είναι αυτό;»), ότι από μουσική ακούει μόνο Μπετόβεν και ότι διαβάζει μόνο Σαίξπηρ. «Είναι καλύτερος από τον Τσιφόρο;» ρωτά με αφοπλιστική αφέλεια η υποψήφια Σταρ Ελλάς.

«Τι είναι αυτά, διάβασε και κανένα αστυνομικό», πετάγεται ο Κώστας Βουτσάς, ο αδελφός της ο ποδοσφαιριστής.

Τα λαϊκά κορίτσια του ’60 διάβαζαν Τσιφόρο και τα λαϊκά αγόρια αστυνομικά. Πάντως διάβαζαν, ενώ σήμερα δεν διαβάζουν τίποτα. Σήμερα οι τρεις αδελφοί είτε θα ήταν άνεργοι είτε θα δούλευαν στην Cosco και η Άννα θα ευχόταν να την έπαιρναν να παίξει στο Survivor.

Mια καρικατούρα της λαϊκής οικογένειας αλλά και της αστικής τάξης είναι τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Εδώ απεικονίζεται μια Ελλάδα που «αφήνει πίσω της το μαύρο παρελθόν», που δεν την αγγίζει ούτε η δικτατορία ούτε η μετανάστευση, ούτε η φτώχεια, ούτε η πολιτική. Επιπλέον, η Άννα απεικονίζεται σαν δείγμα της διαχρονίας του ελληνικού κάλλους, σαν κατευθείαν απόγονος τόσο της Αφροδίτης της Μήλου όσο και της Θεοδώρας του Βυζαντίου. Και η Ελλάδα της ταινίας χορεύει συρτάκι με φόντο με την Ακρόπολη.

Κανονικά, το κιτς του ελληνικού μιούζικαλ θα έπρεπε να μας προκαλεί ανατριχίλα, όμως το σώζει η λαϊκότητα και το ταλέντο του Βουτσά, η ζωντάνια της Μάρθας Καραγιάννη, η χάρη του Φαίδωνα Γεωργίτση και ασφαλώς η λάμψη της Λάσκαρη.

Αν και στην ταινία αυτή η Ζωή Λάσκαρη υποδύεται το λαϊκό κορίτσι, σαν κινηματογραφική περσόνα μάλλον δεν διακρινόταν για τη λαϊκότητά της. Συμβόλιζε τη μικροαστή που έκανε την ατομική της επανάσταση ενάντια στο στενό περιβάλλον της και όχι στην κοινωνία γενικά. Γι’ αυτό και η αστική τάξη, ό,τι τέλος πάντων μπορεί να θεωρηθεί αστική τάξη στην Ελλάδα σήμερα, ύμνησε τη Λάσκαρη ως προσωπικότητα και καλλιτέχνιδα. Την ύμνησε, χωρίς όμως να καταφέρει να την επιβάλει, τουλάχιστον μετά το ’60.

Όπως γράφτηκε με αφορμή το θάνατό της, η Ζωή Λάσκαρη «συμβόλισε το τέλος μιας Ελλάδας που γλιστρούσε στο χθες, και την ανατολή μιας Ελλάδας που υποσχόταν κάτι καλύτερο». Το «κάτι καλύτερο» δεν ήρθε – τουλάχιστον δεν το έφερε η Λάσκαρη. Όπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή της, άρχιζε τη μέρα της διαβάζοντας Καθημερινή και Εστία και βέβαια όχι Τσιφόρο. (Πού να τον βρεις όμως τον Τσιφόρο της εποχής μας.) Ίσως να διάβαζε και Σαιξπηρ, όμως είχε την εξυπνάδα να μην τολμήσει να υποδυθεί στο θέατρο κάποια από τις ηρωίδες του. Έπαιζε σε «σοβαρά» θεατρικά έργα και ασφαλώς εκπροσωπούσε τον αντίποδα του λαϊκισμού. Πόσο άχρωμος όμως και πληκτικός, πόσο ανίκανος να εμπνεύσει αυτός ο αντίποδας!

 

M. T

 

 

Κορυφή