H ιδεολογική μηχανή που κατασκευάζει μια πλασματική πραγματικότητα

H ιδεολογική μηχανή που κατασκευάζει μια πλασματική πραγματικότητα

Πριν λίγες μέρες κατατέθηκε μέσω της ιστοσελίδας Kommon από αγωνιστές της Αριστεράς ένα κείμενο που εποθυμεί να αποτελέσει συμβολή στο διάλογο και την αναζήτηση «για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς της εποχής μας».

Γράφτηκε και υπογράφεται -όπως σημειώνεται στο κείμενο- από ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών ρευμάτων

Από αυτό το ενδιαφέρον πλαίσιο προτάσεων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για το πεδίο της φιλοσοφικής σκέψης και της θεωρίας του πολιτισμού που παρουσιάζεται ως «μεταμοντερνισμός» (Οι μεσότιτλοι δικοί μας).

Ιδεολογική μηχανή που κατασκευάζει μια πλασματική πραγματικότητα

Η καπιταλιστική εξουσία, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ογκούμενη δυσαρέσκεια των μαζών και να τιθασεύσει εξεγερτικές διαθέσεις, ενεργοποιεί μια πρωτοφανή ιδεολογική μηχανή και καταφεύγει όλο και συχνότερα στη χρήση της βίας. Η έκρηξη της μαζικής επικοινωνίας, του διαδικτύου, των κοινωνικών μέσων συγκροτεί έναν όγκο πληροφοριών, έναν ιδιαίτερο χώρο του πραγματικού, όπου τα αλλεπάλληλα ερεθίσματα, η στιγμιαία και εφήμερη ενημέρωση, διαμορφώνουν το πλαίσιο αναφοράς των βιωμάτων και των εμπειριών εντός του οποίου μετασχηματίζονται οι έννοιες του χώρου και του χρόνου.

Ο χώρος συρρικνώνεται σ’ένα παγκόσμιο τηλεπικοινωνιακό χωριό και οι χρονικοί ορίζοντες μειώνονται τόσο ώστε να συμπυκνώνονται αποκλειστικά στο παρόν. Μ’αυτόν τον τρόπο, το ιστορικό παρελθόν γίνεται στιγμιαία εικόνα του παρόντος και το μέλλον μια φανταστική προβολή επιθυμιών και επιδιώξεων του παρόντος. Η άρχουσα τάξη επενδύει στην αναπτυγμένη τεχνολογία της επικοινωνίας ώστε να κατασκευάσει μια πλασματική και αφηρημένη πραγματικότητα, έναν κόσμο ηλεκτρονικής παραμυθίας δίπλα στον ζοφερό κόσμο της καθημερινής εμπειρίας των εργαζομένων, των ανέργων και των νέων.

Δίπλα στον κόσμο στης συνεχούς κοινωνικής περιθωριοποίησης οικοδομείται η εικονική πραγματικότητα των ψευδαισθήσεων. Το τηλεοπτικό «φαίνεσθαι» τείνει να υποκαταστήσει το Είναι. Η πραγματικότητα ταυτίζεται με την εφήμερη φαινομενικότητά της. Η επιχειρούμενη υποκατάσταση της δυναμικής των κοινωνικών υποκειμένων από απρόσωπες τεχνολογικές δομές οδηγεί σ’ έναν ακραίο τεχνολογικό ντετερμινισμό, σ’έναν τεχνοκρατικό ανορθολογισμό.

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική η πλήρης εμπορευματοποίηση όλων των προϊόντων της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Οι «έγκυρες και έγκαιρες πληροφορίες» μετατρέπονται σε εμπόρευμα μεγάλης αξίας. Η πρόσβαση σ’αυτές και ο έλεγχός τους παίζουν ουσιαστικό ρόλο για εκτεταμένα εταιρικά συμφέροντα. Η γνώση γίνεται σημαντικό εμπόρευμα το οποίο παράγεται και πωλείται σε όποιον προσφέρει την υψηλότερη τιμή σε ανταγωνιστική βάση, με προφανείς τις επιπτώσεις στην επίσημη εκπαιδευτική πολιτική.

Η υποβάθμιση των επιστημών του ανθρώπου, η μετατροπή της βασικής έρευνα σε θεραπαινίδα της αγοράς, ο αυξανόμενος τεχνοκρατισμός, ο περιορισμός της κριτικής συμμετοχής στη σχέση διδάσκοντα-διδασκομένου, η υπερεκμετάλλευση του εκπαιδευτικού δυναμικού χαρακτηρίζουν σήμερα τους μηχανισμούς παραγωγής και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσω των εκπαιδευτικών πολιτικών.

Ο «μεταμοντερνισμός» αποδέχεται το εφήμερο, το στιγμιαίο, το ασυνεχές

Ό,τι έχει παρουσιαστεί στο πεδίο της φιλοσοφικής σκέψης και της θεωρίας του πολιτισμού ως «μεταμοντερνισμός» έχει ως υλική βάση τις οικονομικοκοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι μεταμοντέρνες θεωρήσεις αντανακλούν, σε διαφορετικό επίπεδο αφαίρεσης κάθε φορά, τα θεωρητικά και πολιτισμικά αδιέξοδα που προκύπτουν από την έλλειψη εμπιστοσύνης στην κομμουνιστική προοπτική, λόγω της κατάρρευσης των γραφειοκρατικών καθεστώτων, αλλά και τις διεργασίες που ακολουθούν τη μεταφορντική καπιταλιστική ρύθμιση της συνεχούς εργασιακής ρευστότητας και της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Ο μεταμοντερνισμός αποδέχεται το εφήμερο, το στιγμιαίο, το ασυνεχές. Αποφεύγει κάθε έννοια προόδου ή ιστορικής συνέχειας και ιστορικής μνήμης. Η ιστορία θεωρείται ένα πεδίο ασυνεχών ισότιμων στοιχείων και επιδέχεται την όποια χρήση είναι βολική στην εικόνα του παρόντος. Η κοινωνική πραγματικότητα κατακερματίζεται σε επιμέρους αυτορρυθμιζόμενα και αυτοαναφορικά «γλωσσικά παιχνίδια», όπου όλες οι φωνές είναι νόμιμες και ισότιμες δίχως καμιά ιεράρχηση ή αξιολόγηση. Πρόκειται για μια κατ’επίφαση δημοκρατική αποδοχή που στην ουσία της επιβάλλει έναν ακραίο σχετικισμό, ο οποίος οδηγεί, τελικά, στην ηθικοπολιτική αδιαφορία και τον κυνισμό που συνήθως μεταμφιέζεται σε ρασιοναλισμό.

Οι θεωρητικές ερμηνείες μεγάλης κλίμακας, οι οποίες έχουν και την απαίτηση της καθολικής εφαρμογής, απορρίπτονται συνολικά στο όνομα των επιμέρους μικρο-αφηγημάτων δίχως σύνδεση μεταξύ τους. Υπό αυτό το πρίσμα απορρίπτεται ο μαρξισμός ως ερμηνεία του κοινωνικού και ως δυνατότητα μετασχηματισμού και επαναστατικής αλλαγής στην κατεύθυνση της κομμουνιστικής χειραφέτησης.

Γνωσιολογική ρίζα αυτής της θεωρητικής στάσης είναι η πλήρης σχετικοποίηση της αλήθειας, η άρνηση της αντικειμενικότητάς της και ο ακραίος υποκειμενισμός. Κάθε άποψη είναι «αληθής» στην αυτοαναφορικότητά της. Ο κάθε άνθρωπος «έχει δίκιο απ’τη μεριά του», κι ο ναζί κι ο αντιστασιακός κι ο ταγματασφαλίτης, και «η παρθένα και ο σατανάς». Κατ’επέκταση, η συλλογική δράση του εργατικού κινήματος χαρακτηρίζεται μεταφυσική κατασκευή και πρέπει να αντικατασταθεί από τις επιμέρους ατομικές δράσεις ή από συλλογικότητες που συγκροτούνται αποκλειστικά στο πλαίσιο νέων ταυτοτήτων φύλου, σεξουαλικής προτίμησης κλπ.

Με τον μεταμοντερνισμό σηματοδοτείται η επέκταση της δύναμης της αγοράς σε όλο το φάσμα της πολιτισμικής παραγωγής. Η παραγωγή πολιτισμού ενσωματώνεται στην εμπορευματική παραγωγή γενικά. Δίνεται έμφαση στη θεαματικότητα του στιγμιαίου, στο χάπενινγκ, στις τελετουργικές προσομοιώσεις της ίδιας της κοινωνικοπολιτικής δράσης. Οι επιμέρους κοινωνικές εξεγέρσεις κρίνονται από τη θεατρικότητά τους. Το αυθόρμητο «συμβάν» υποκαθιστά την οργανωμένη πολιτική στρατηγική και η τακτική εκφυλίζεται σε κινηματικές στιγμές κοινωνικής εκφόρτισης. Κυριαρχεί η αστική πολιτική του πραγματισμού (αληθινό είναι ό,τι κάθε φορά με συμφέρει) έναντι της ρεαλιστικής στάσης του εργατικού κινήματος, που αντιμετωπίζει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα στη δυναμική της.

Στην τέχνη η αστική διάκριση μεταξύ πρωτοπορίας και κιτς αντικαθίσταται από τη δημοκρατικοφανή άρση της διαφοράς μεταξύ υψηλής καλλιτεχνικής έκφρασης και μαζικής κουλτούρας. Όλες οι καλλιτεχνικές εκφράσεις, ακόμη και οι πιο αγοραίες, πρέπει να συνυπάρχουν ισότιμα καταργώντας κάθε μορφωτική, παιδευτική διάσταση της τέχνης. Ό,τι διασκεδάζει ή εκτονώνει είναι ισότιμο με ό,τι καλλιεργεί και ψυχαγωγεί. Όλα τα δημιουργήματα του πολιτισμού είναι ισότιμα καταναλωτικά προϊόντα δίχως κοινωνικούς, εθνικούς, αξιολογικούς προσδιορισμούς. Μια μηχανιστικά κατασκευασμένη παγκόσμια κουλτούρα αποτελεί καταναλωτικό προϊόν στην παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική αγορά.

 

Ωστόσο η ριζική φιλοσοφική αντιπαράθεση στον πυρήνα της μεταμοντέρνας προβληματικής δεν πρέπει να παραγνωρίζει τις ενίοτε ριζοσπαστικές εκδοχές της μεταμοντέρνας κριτικής στο μηχανιστικό και στείρο ορθολογισμό της αστικής σκέψης στο βαθμό που αυτές δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη της συλλογικής ανθρώπινης πράξης. Η ριζοσπαστική μικροαστική στάση που αντιτίθεται στην αστική αντίληψη της προόδου ως μιας τεχνοκρατικής αταξικής διαδικασίας και στον μ’αυτούς τους όρους προσδιοριζόμενο μοντερνισμό, ως ταυτόσημου με την καπιταλιστική ανάπτυξη, μπορεί να αποτελεί αφετηρία γονιμοποιητικών παρεμβάσεων από την πλευρά της προλεταριακής δυναμικής. Έτσι η ιστορική οπτική της εργατικής τάξης μπορεί να βάζει τη σφραγίδα της στην αντικαπιταλιστική κριτική και να υπερβαίνει διαλεκτικά, στη δική της επαναστατική προοπτική, αυτές τις διάσπαρτες κριτικές φωνές που συνωθούνται μέσα στη γενική κατηγορία του μεταμοντερνισμού.

H καθημερινότητα του φόβου 

Η πολιτισμική ισοπέδωση και η ιμπεριαλιστική πολιτική της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης εντείνει τον άλλο πόλο της αντίθεσής της. Τη στροφή στην εθνικιστική αναδίπλωση και την κατασκευή συνακόλουθων ταυτοτήτων εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα.

Φαινόμενα όπως ο εθνικιστικός λαϊκισμός, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο αναβιωμένος ρατσιστικός φυλετισμός μπορούν να αξιολογηθούν και ως ψευδείς «απαντήσεις» στον φονταμενταλισμό της καπιταλιστικής αγοράς.

Με την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας αναπτύσσεται ένας ευρύτερος αντιδραστικός συνασπισμός εξουσίας της αστικής τάξης, που έχει πυρήνα του το μεταλλαγμένο κράτος. Αυτό το επιτελείο πολιτικής και στρατηγικής του κεφαλαίου για τη γενική ρύθμιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του και την αντιμετώπιση των άλλων κρατών-ανταγωνιστών στο διεθνή καταμερισμό.

Το σύγχρονο ολοκληρωτικό κράτος «επιστρέφει» με νέα αφοσίωση στη χρήση της βίας, έμμεσης και άμεσης, επειδή η κατασκευασμένη πραγματικότητα δεν αρκεί για την πειθάρχηση των ανυπάκουων εργαζομένων, νεολαίας, λαού, της λαϊκής δυσαρέσκειας που μεγαλώνει. Το σύγχρονο κράτος περιλαμβάνει εκτεταμένες και συνεχείς παρακολουθήσεις με κάμερες και δορυφόρους, ευρεία χρήση των αστυνομικών μηχανισμών, δραστικό περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών, στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και δολοφονίες. Οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που δρομολογούνται, μέσω της αστικής πολιτικής, δίνουν προτεραιότητα στην πειθάρχηση-καταστολή απέναντι στη συναίνεση-ηγεμονία. Έτσι όμως αποκαθηλώνουν το προσωπείο της αστικής- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Βαθαίνουν το πολιτικό χάσμα ανάμεσα στους εργαζόμενους και στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Καθιστούν, επομένως, αδύνατη την οικοδόμηση μαζικών και μακράς πνοής κοινωνικών συμβολαίων ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

Αυτή ακριβώς η μετάβαση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε αστυνομικό- στρατοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης προσδιορίζει την καθημερινότητα του φόβου, στο καθεστώς του οποίου συντρίβονται οι εργατικές κατακτήσεις και αυξάνεται η εκμετάλλευση. Στη βάση αυτή, η προοπτική αυταρχικών εκτροπών και καθεστώτων είναι στο κάδρο και, σε κάποιες περιπτώσεις, ζωντανή πραγματικότητα (π.χ. Γαλλία, Τουρκία).

Ολόκληρο το κείμενο 55 σελίδων μπορείτε να το βρείτε στο Kommon

Το υπογράφουν:

Αναγνωστάκης Αλέκος

Βατικιώτης Λεωνίδας

Γαρδικλής Δημήτρης

Γάτσιος Βασίλης

Γιαννόπουλος Μιχάλης

Γουρλάς Νίκος

Ιντζεγιάννη Βαγγελιώ

Κατιντσάρος Τάσος

Κοντόσταυλος Αντρέας

Κυπραίος Τάκης

Μανιάτης Γιώργος

Μουρουζίδης Παύλος

Μπαλωμένος Τάκης

Νικολακόπουλος Γιάννης

Σκαμνάκης Θανάσης

Τσίτκανος Μήτσος

Φωτιάδου Ελένη

 

Κορυφή